http://giannaras.wordpress.com/

Αυτοκρατορικά χρυσόβουλα της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως ως καταγωγικοί τίτλοι ιδιοκτησίας στην ελλαδική επικράτεια σήμερα – σκάνδαλο. Και μάλιστα με δικαιούχους μοναστήρια, καλογέρους – μεγαλύτερο σκάνδαλο. Ιδού λοιπόν στάδιον δόξης λαμπρόν για τις «προοδευτικές δυνάμεις» του βαλκανικού νότου, να επιδείξουν, για πολλοστή φορά, τον μαχητικό αντικληρικαλισμό τους και περίσσεια χλεύης για το «Βυζάντιο».

Εχουν πεισθεί ότι «Ευρωπαίος» γίνεσαι με τη μίμηση, τον πιθηκισμό. Αντικληρικαλιστές οι προοδευτικοί διανοούμενοι στις δυτικές κοινωνίες; Μιμητικό αντίγραφο και ο μεταπράτης Βαλκάνιος. Ειρωνεύονταν και περιφρονούσαν οι Διαφωτιστές το «Βυζάντιο»; Το ίδιο προσπαθεί, με δυο αιώνων καθυστέρηση, και ο μάλλον ολιγομαθής Ελλαδίτης. Αποφάνθηκε ο Μαρξ (ορθότατα, με βάση την ιστορική εμπειρία του Δυτικοευρωπαίου) ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού»; Το αναμηρυκάζει και η επαρχιωτική λογιοσύνη χωρίς κριτικό έλεγχο της επιχώριας εμπειρίας.

Αλλάζει ριζικά το νοηματικό πεδίο, αν κάποιος αρνηθεί τη σκόπιμη γλώσσα της προπαγάνδας: Οχι «βυζαντινά» τα χρυσόβουλα, όχι «βυζαντινή» η Ρωμαϊκή (της Νέας Ρώμης - Κωνσταντινουπόλεως) Αυτοκρατορία στην ελληνική Ανατολή. Η δόλια μετονομασία εμφανίστηκε μόλις στον 16ο αιώνα – αν αποκαλούσε κανείς «Βυζαντινούς» τους συντάκτες των χρυσοβούλων και «βυζαντινή» την αυτοκρατορία τους, δεν θα καταλάβαιναν σε ποιους αναφέρεται ο χαρακτηρισμός.

Και ούτε κατά διάνοιαν «θρησκεία» (και μάλιστα «επικρατούσα») το εκκλησιαστικό γεγονός στην ελληνική Ανατολή. Για τους Ελληνες Εκκλησία ήταν πάντοτε το λαϊκό σώμα, το αντίστοιχο του σώματος των πολιτών που συναζόταν στην «εκκλησία του δήμου» για να πραγματώσει και να φανερώσει την «πόλιν», δηλαδή τον «κατ’ αλήθειαν» τρόπο της συνύπαρξης: Τον τρόπο που αποτύπωνε η αρμονία των λόγων στην αρχιτεκτονική του Παρθενώνα, η αφαιρετική των συμβεβηκότων γλώσσα του αγάλματος – τρόπο της συμπαντικής κοσμιότητας. Ο ίδιος λόγος - τρόπος του όντως υπαρκτού στο κορύφωμα της αγαπητικής κοινωνίας σχέσεων του ευχαριστιακού δείπνου των Χριστιανών.

Να είσαι Ελληνας αντικληρικαλιστής ηχεί σαν το άλλοτε ανέκδοτο «Αλβανός τουρίστας» – κωμικό ασυμβίβαστο. Σίγουρα υπήρξαν και στην ελληνική Ανατολή επίσκοποι με συμπεριφορές δεσποτάδων, αλλά για την εκκλησιαστική συνείδηση ήταν οδυνηρή παρεκτροπή, αμαρτία - αστοχία εξατομικευμένη. Και η αστοχία εδώ ουδέποτε θεσμοποιήθηκε (όπως έγινε στη Δύση). Το πρεσβυτέριο (ο παπάς της κοινότητας - ενορίας) ήταν σάρκα από τη σάρκα του λαϊκού σώματος, στις ίδιες συνθήκες ζωής, στην κοινή βιοπάλη, με πρόσθετη (και έμπρακτη) τη διακονία της επίσης κοινής μεταφυσικής ελπίδας. Εγγαμοι οι πρεσβύτεροι – η ψυχανωμαλία και διαστροφή της αγαμίας, μέσα στην τύρβη του κόσμου, για χάρη της δεσποτικής καριέρας, είναι φρούτο σχετικά πρόσφατο, εισαγόμενο.

Τα μοναστήρια ήταν για τους ξεχωριστούς, τους επίλεκτους. Αυτούς που τολμούσαν το άλμα του ασυμβίβαστου έρωτα, δηλαδή της τέλειας απέκδυσης του εγώ, της θυσιαστικής ανιδιοτέλειας. Η ελευθερία της αυταπάρνησης μπορεί να διακρίνει την ποιότητα και να τη διακονεί, να χτίζει ό,τι πιο πρωτοποριακό τολμούσε η αρχιτεκτονική του καιρού της, να θησαυρίζει κάλλος τέχνης θαυμαστής και τη σοφία των βιβλίων σε υποδειγματικές βιβλιοθήκες. Προϋποθετική συνθήκη αυτής της αρχοντιάς ήταν το άθλημα της άσκησης των μοναχών, τα πενιχρά τους κελιά, η έμπρακτη συνεπέστατη ακτημοσύνη τους. Ηταν διάκονοι της αρχοντιάς των μονών τους, όχι ιδιοκτήτες ούτε καν διαχειριστές, όχι managers των real estate business.

Και το λαϊκό σώμα της Εκκλησίας ζούσε τα μοναστήρια σαν πραγμάτωση της αγαπητικής κοινοκτημοσύνης – ο λαϊκός δεν ήταν επισκέπτης, στο μοναστήρι ένιωθε σπίτι του, τόσο οικείος όσο και στον ναό σε κάθε γιορτή. Αυτονόητα κληροδοτούσε τα κτήματά του στο μοναστήρι, αν δεν είχε απογόνους, ήξερε ότι έτσι τα προσφέρει στην κοινότητα, εκεί που αγαπάει και τον αγαπούν. Το κληροδότημα στο μοναστήρι θα υπηρετούσε και θα συντηρούσε την αρχοντιά του Γένους, όχι τη βουλιμία ιδιοτελών, νομικά προσδιορισμένων κληρονόμων.

Τα μοναστήρια και τη λαϊκή περιουσία τους τα σεβάστηκαν οι Τούρκοι. Τα ρήμαξαν οι Βαυαροί και οι λακέδες τους Κοραϊκοί. Δούλωσαν τον Ελληνα σε κρατικό σχήμα οθνείο, ξωμερίτικο, «κάλπικον δάνειον» από άλλες κοινωνίες με διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικούς εθισμούς. Και αυτό το κράτος, ξένο και εχθρικό για τον Ελληνα, το πρώτο που επιβουλεύτηκε ήταν η λαϊκή περιουσία η εμπιστευμένη στα μοναστήρια. Απανωτές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επίμονο μένος αντικληρικαλισμού και εκκλησιομαχίας μέχρι σήμερα. Ο Μακρυγιάννης, με απίστευτη ευθικρισία, είχε κάνει τη διάγνωση: «Οι αναθεματισμένοι της πατρίδας πολιτικοί μας, οι διαφταρμένοι, παντήχαιναν ότι οι καϊμένοι οι καλογέροι είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης».

Τώρα πια το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το ελλαδικό κράτος παγιώθηκε στην αποξένωσή του από τον λαό που το στελεχώνει και το συντηρεί. Από τότε που εγκληματικά αφανίσανε το κύτταρο της ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού, την κοινότητα - ενορία, η ελλαδική κοινωνία, η ίδια από μόνη της, γεννάει τους αφέντες και τυράννους της: το επείσακτο κράτος, τσιφλίκι «διαφταρμένων» πολιτικών και συνδικαλισμένης («αναθεματισμένης») δημοσιοϋπαλληλίας. Τα μοναστήρια είναι πια μόνο Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου, που αμύνονται στη ληστρική κρατική απληστία με τους όρους που επιβάλλει το ξενόφερτο νομικό πλαίσιο λειτουργίας του κράτους. Αυτοί οι όροι γεννάνε τις εκτρωματικές αποφύσεις της εκκοσμίκευσης (αθλιότητας) βατοπεδινού, και όχι μόνο, τύπου.

Τα βλαχαδερά απονέρια του κοραϊκού αντικληρικαλισμού (τύπου ΣΥΡΙΖΑ, και όχι μόνο) προσδοκούν τον τελικό τους θρίαμβο με τον χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους. Ο Huntington βεβαιώνει ότι ο χωρισμός είναι προϋποθετικό γνώρισμα των δυτικού τύπου κοινωνιών, άρα απαίτηση της νατοϊκής «Νέας Τάξης» πραγμάτων. Επομένως επείγει να συναινέσει ένθερμα η «διοικούσα Εκκλησία» στον χωρισμό, προκειμένου το τμήμα του λαού το υποδουλο στο κράτος να βρει την ελευθερία της δημιουργικής του ετερότητας, την ποιότητα ζωής που είναι ο πολιτισμός του, η αρχοντιά του.