6.12.09

"Για ποια επανάσταση μιλάμε;"


Μεγάλωσα σ΄ένα περιβάλλον βασιλοχουντικό –γονείς, παππούδες, θείοι –ένα περιβάλλον όπου ο τρόμος όριζε την ιδεολογία. Τον αδερφό της γιαγιάς μου τον είχαν πιάσει οι γερμανοτσολιάδες στην κατοχή να γράφει συνθήματα σε τοίχους, τον έβαλαν λοιπόν να σκάψει ένα λάκκο, μετά τον εκτέλεσαν και τον έθαψαν επιτόπου –«έσκαψε το λάκκο του», για να το πω απλά –ήτανε 16 χρονών όταν τον σκότωσαν. Από τότε βασίλευε ο τρόμος, παρέα με τους Βασιλιάδες και τους Συνταγματάρχες. Μόνο που ο τρόμος είναι τυφλός, έτσι το σόι μου κατηγορούσε τους κομμουνιστές για τα δεινά του κι όχι τους πραγματικούς δολοφόνους. Ο αντικομμουνισμός τους αυτός μπολιάστηκε και σε μένα.

Πέμπτη Δημοτικού, η ανία με οδήγησε στο να αγοράσω την «Αναφορά στο Γκρέκο» του Καζαντζάκη. Εκεί μέσα σκόνταψα στο εικονοστάσι του συγγραφέα –«Οδυσσέας, Χριστός, Λένιν». Κάποια έκρηξη στο κεφάλι μου, κάτι κακό μου είχε κάνει αυτός ο Καζαντζάκης –παγίδα, παγίδα.... Πριν τελειώσω το Δημοτικό είχα φροντίσει να διαβάσω όλα τα βιβλία του –θυμάμαι οτι αποφάσισα τότε, πως δεν χρειαζόταν να διαβάσω τίποτα άλλο στη ζωή μου. Ο αντικομμουνισμός μου ψυχορραγούσε, αλλά δεν έλεγε να ψοφήσει.

Στην Πρώτη Γυμνασίου έπεσε στα χέρια μου εκείνο το βιβλίο του Τζέιμς Τζολ για τους Αναρχικούς. Λύτρωση! Επειδή ανακάλυπτα οτι υπήρχαν κι άλλοι που τα λέγανε πολύ ωραία και δεν ήταν κομμουνιστές! Λάτρεψα τους Αναρχικούς, έψαξα τα βήματά τους από τις απαρχές της κυνικής και της στωικής φιλοσοφίας μέχρι τον Ισπανικό Εμφύλιο –έμοιαζαν πολύ όμορφα όλα αυτά.

Έτσι έφτασα στην Πάντειο, προσπαθώντας να δείχνω σίγουρος και ιδεολογικά αλεξίσφαιρος. Δεν ήμουν! Επειδή ο ολοκληρωτισμός της Πανσπουδαστικής δικαιολογούσε μεν τον υφέρποντα αντικομμουνισμό μου, αλλά εκεί μέσα ανακάλυψα πως τίποτα δεν είναι στεγανό, τίποτα δεν είναι αμιγές.

Πρώτη φορά άκουσα γι΄αυτόν από τον Δημήτρη τον Τσαούση –εκείνο τον καταπληκτικό καθηγητή κοινωνιολογίας που ήξερε πως ν΄αφήνει τη συντηρητική ιδεολογία του έξω από τα αμφιθέατρα. Μιλούσε για τον Κορνήλιο Καστοριάδη με την ευλάβεια χριστιανού που είδε τον Βούδα να αιωρείται μπροστά του!
Στο Δεύτερο έτος είχαμε τον Βέλτσο. Μας κούναγε τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» τσιρίζοντας: «Αυτό το βιβλίο πάρτε το με οποιονδήποτε τρόπο. Δανειστείτε το, αγοράστε το, κλέψτε το!» Έτσι ακριβώς έκανα. Όταν κάτι φύτουλες στρίμωξαν το Βέλτσο, μετά το τέλος του μαθήματος, σούφρωσα τη «Φαντασιακή θέσμιση» -εκείνη την εποχή ήμουνα κάπως στενάχωρος, από πλευράς χρημάτων.


Το κλεμμένο αντίτυπο της «Φαντασιακής θέσμισης», κάποιος το έκλεψε κι από μένα –έτσι πάνε αυτά. Αναγκάστηκα λοιπόν να το αγοράσω –τι άλλο να ‘κανα; Διαβάζοντάς το δεν ανακάλυψα την απάντηση για «Τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα». Έμαθα όμως να κοιτάζω. Όχι να βλέπω –να κοιτάζω! Και το κεφάλαιο του βιβλίου που ακολουθεί παρακάτω είναι αυτό που καθάρισε τα μάτια μου από τις χρόνιες παθήσεις –μετά την ανάγνωσή του όλα έδειχναν διαφορετικά τριγύρω. Αν πρόκειται να συνεχίσεις το διάβασμα –κάντο αργά, άσε την κάθε φράση να αναπνεύσει μέσα σου –σκέψου το καλά. Επειδή, μετά απ΄ αυτό, τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο:

Οι υποκειμενικές ρίζες του επαναστατικού προτάγματος

Ακούμε καμιά φορά να λένε: Αυτή η ιδέα μιας άλλης κοινωνίας παρουσιάζεται μεν σαν ένα πρόταγμα δεν είναι όμως στην πραγματικότητα παρά προβολή πόθων ανομολόγητων, αμφίεση κινήτρων που παραμένουν κρυμμένα γι΄αυτούς που εμφορούνται από αυτά. Δεν χρησιμεύει παρά σαν όχημα που μεταφέρει τη θέληση εξουσίας των μεν, την άρνηση της αρχής της πραγματικότητας των δε, το φάντασμά τους ενός κόσμου χωρίς συγκρούσεις, όπου όλοι θα είναι συμφιλιωμένοι με όλους και καθένας με τον εαυτό του, μια παιδική ονειροπόληση που θάθελε να καταργήσει την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, μια φυγή που επιτρέπει να ζει κανείς ταυτόχρονα σε δυο κόσμους, μια φανταστική αντιστάθμιση.

Όταν η συζήτηση παίρνει τέτοια μορφή, πρέπει πρώτα να υπενθυμίσει κανείς οτι όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει πως ότι λέει δεν έχει σχέση με ασυνείδητους πόθους ή με κίνητρα που ούτε ο ίδιος ομολογεί στον εαυτό του. Κι όταν ακούμε «ψυχαναλυτές» μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες, δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την «υγεία» τους των Σουπερμάρκετ. Και δεν θα ήταν πολύ δύσκολο να ξεσκεπάσουμε τον ασυνείδητο μηχανισμό του κομφορμισμού τους. Γενικότερα, αυτός που πιστεύει οτι ανακαλύπτει σαν ρίζα του επαναστατικού προτάγματος τον ένα ή τον άλλο ασυνείδητο πόθο, πρέπει ταυτόχρονα ν΄αναρωτηθεί ποιο είναι το κίνητρο της δικής του κριτικής και σε ποιο βαθμό δεν αποτελεί εκλογίκευση.

Για μας πάντως αυτή η αναστροφή πολύ λίγο ενδιαφέρον παρουσιάζει. Το ζήτημα πράγματι υπάρχει και, ακόμα και κανείς άλλος να μην το έθετε, αυτός που μιλάει για επανάσταση πρέπει να το θέσει ο ίδιος στον εαυτό του. Ας αποφασίσουν οι άλλοι σε πόσο βαθμό διαύγειας οι θέσεις τους τούς δεσμεύουν για λογαριασμό τους. Ένας επαναστάτης δεν μπορεί να θέτει όρια στη δική του επιθυμία διαύγειας. Ούτε μπορεί να αρνείται το πρόβλημα λέγοντας: αυτό που μετράει δεν είναι τα ασυνείδητα κίνητρα, αλλά η σημασία και η αντικειμενική αξία των ιδεών και των πράξεων. Η νεύρωση του Ροβεσπιέρου ή του Μπωντλαίρ υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα απ΄την «υγεία» του τάδε μαγαζάτορα της εποχής. Διότι η επανάσταση, έτσι που τη συλλαμβάνουμε, αρνείται ακριβώς αυτή την απλή παραδοχή του διχασμού ανάμεσα σε κίνητρο και αποτέλεσμα. Θα ήταν τότε αδύνατη στην πραγματικότητα και ασυνάρτητη στο νόημά της, εάν στηριζόταν σε ασυνείδητες προθέσεις χωρίς σχέση με το διαρθρωμένο περιεχόμενό της –το μόνο που θα μπορούσε σ΄αυτή την περίπτωση να κάνει, θα ήταν μια επανέκδοση για μια ακόμη φορά της προηγούμενης ιστορίας, αιχμάλωτη καθώς θα ήταν από κίνητρα σκοτεινά που με τον καιρό θα επέβαλλαν το δικό τους τέλος και τη δική τους λογική.

Η γέννηση καινούργιων κινήτρων και καινούργιων συμπεριφορών, που είναι απαραίτητες για να οδηγηθεί το επαναστατικό πρόταγμα στο τέρμα του, πρέπει να εξεταστούν στην κλίμακα των μαζών, γιατί μόνο αυτές μπορούν να πραγματοποιήσουν μια καινούργια κοινωνία. Όμως αυτή η έρευνα μπορεί να γίνει πιο εύκολη, αν προσπαθήσουμε πρώτα να δούμε τι μπορεί να είναι η επιθυμία και τα κίνητρα ενός επαναστάτη.
Ότι μπορούμε να πούμε πάνω σ΄αυτό είναι, εξ΄ορισμού, κατ΄εξοχήν υποκειμενικό. Είναι, επίσης εξ΄ορισμού, εκτεθειμένο σε όλες τις ερμηνείες που θάθελε κανείς. Αν μπορούσε να βοηθήσει κάποιον να δει καθαρότερα μέσα σ΄ένα άλλο ανθρώπινο ον (έστω και μέσα στις αυταπάτες και στις πλάνες του) και μ΄αυτό τον τρόπο μέσα στον ίδιο του τον εαυτό, δεν θα ήταν ανώφελο να ειπωθεί.


Έχω την επιθυμία, και αισθάνομαι την ανάγκη, για να ζήσω, μιας άλλης κοινωνίας από αυτή που με περιβάλλει. Όπως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων, μπορώ να ζήσω μέσα σ΄αυτήν και να τα βγάζω πέρα –εν πάση περιπτώσει ζω ήδη μέσα σ΄αυτή την κοινωνία. Όσο κριτικά κι αν προσπαθήσω να κοιτάξω τον εαυτό μου, ούτε η ικανότητα προσαρμογής μου, ούτε η αφομοίωση της πραγματικότητας από μέρους μου, δεν μου φαίνονται κατώτερες από τον κοινωνιολογικό μέσο όρο. Δεν ζητώ την αθανασία, την πανταχού παρουσία, την παντογνωσία. Δεν ζητώ η κοινωνία να «μου δώσει την ευτυχία» -ξέρω οτι η ευτυχία δεν είναι μια μερίδα που μοιράζεται με το δελτίο στη Δημαρχεία ή στο εργατικό Συμβούλιο της γειτονιάς, και ξέρω πως, αν αυτό το πράγμα υπάρχει, μόνο εγώ μπορώ να το πραγματοποιήσω για τον εαυτό μου, στα μέτρα μου, όπως μου συνέβη και όπως, κατά πάσα πιθανότητα, θα μου συμβεί και πάλι. Αλλά μέσα στη ζωή, έτσι όπως είναι φτιαγμένη για μένα και τους άλλους, σκοντάφτω πάνω σε πλήθος από απαράδεκτα πράγματα, λέω πως δεν είναι μοιραία και πως εξαρτώνται από την οργάνωση της κοινωνίας. Επιθυμώ πρώτα κι ζητώ, η δουλειά μου να έχει νόημα, να μπορώ να εγκρίνω αυτό για το οποίο χρησιμεύει και τον τρόπο με τον οποίο γίνεται, να μου επιτρέπει να ξοδεύομαι πραγματικά και να χρησιμοποιώ τις δυνατότητές μου και ταυτόχρονα να εμπλουτίζομαι και να αναπτύσσομαι. Και λέω οτι αυτό το πράγμα είναι δυνατό, με μια άλλη οργάνωση της κοινωνίας, για μένα και για τους άλλους. Λέω οτι ήδη θα ήταν μια βασική αλλαγή σ΄αυτή την κατεύθυνση αν μ΄άφηναν ν΄αποφασίζω, μαζί με τους άλλους, τι έχω να κάνω, και με τους συντρόφους μου στη δουλειά, πώς να το κάνω.

Επιθυμώ να μπορώ, μαζί με τους άλλους να μαθαίνω τι γίνεται μέσα στην κοινωνία, να ελέγχω την έκταση και την ποιότητα της πληροφόρησης που μου δίνεται. Ζητώ να μπορώ να συμμετέχω άμεσα σε όλες τις κοινωνικές αποφάσεις που μπορεί να επηρεάζουν την ύπαρξή μου ή τη γενική πορεία του κόσμου όπου ζω. Δεν δέχομαι η τύχη μου ν’αποφασίζεται μέρα με τη μέρα από ανθρώπους που τα σχέδιά τους μου είναι εχθρικά ή απλώς άγνωστα και για τους οποίους δεν είμαστε, εγώ και όλοι οι άλλοι, παρά νούμερα σ΄ένα σχέδιο ή πιόνια σε μια σκακιέρα, και τελικά η ζωή μου και ο θάνατός μου να βρίσκονται στα χέρια ανθρώπων που ξέρω πως είναι αναγκαστικά τυφλοί.

Ξέρω πάρα πολύ καλά πως η πραγματοποίηση μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης, και η ζωή της, δεν θα είναι καθόλου απλές, πως σε κάθε βήμα τους θα συναντήσουν δύσκολα προβλήματα. Αλλά προτιμώ να καταπιάνομαι με πραγματικά προβλήματα, παρά με τις συνέπειες του παραληρήματος του Ντε Γκωλ, τις κομπίνες του Τζόνσον ή τις μηχανορραφίες του Κρούτσεφ. Κι αν έστω, εγώ και οι άλλοι, συναντούσαμε την αποτυχία σ΄αυτό τον δρόμο, προτιμώ την αποτυχία σε μια προσπάθεια που έχει ένα νόημα, παρά μια κατάσταση που μένει πριν ακόμα κι απ΄την αποτυχία ή τη μη αποτυχία, που μένει γελοία.

Επιθυμώ να μπορώ να συναντώ τον άλλον σαν ένα ον όμοιο με μένα και απόλυτα διαφορετικό, όχι σαν ένα νούμερο, ούτε σαν ένα βάτραχο σκαρφαλωμένο σ΄ένα άλλο σκαλοπάτι (αδιάφορο αν κατώτερο ή ανώτερο) της ιεραρχίας των εισοδημάτων και των εξουσιών. Επιθυμώ να μπορώ να τον βλέπω, και να μπορεί να με δει, σαν ένα άλλο ανθρώπινο ον, οι σχέσεις μας να μην αποτελούν πεδίο που να εκφράζεται η επιθετικότητα, ο συναγωνισμός μας να παραμένει μέσα στα όρια του παιχνιδιού, οι συγκρούσεις μας στο μέτρο που δεν μπορούν να λυθούν ή να ξεπεραστούν, ν΄αφορούν πραγματικά προβλήματα και εκβάσεις, να σέρνουν μαζί τους όσο το δυνατό λιγότερο ασυνείδητο, να είναι φορτισμένες όσο το δυνατό λιγότερο από φανταστικά στοιχεία. Επιθυμώ ο άλλος να είναι ελεύθερος, γιατί η ελευθερία μου αρχίζει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου και γιατί, μόνος μου, δεν μπορώ να είμαι, στην καλύτερη περίπτωση, παρά «ενάρετος εν δυστυχία». Δεν υπολογίζω οτι οι άνθρωποι θα μεταμορφωθούν σε αγγέλους, ούτε πως οι ψυχές τους θα γίνουν καθάριες σαν τις βουνίσιες λίμνες –που άλλωστε ανέκαθεν μου προξενούσαν βαθιά πλήξη. Ξέρω όμως πόσο η σημερινή κουλτούρα βαθαίνει και οξύνει τη δυσκολία τους να υπάρχουν, και να συνυπάρχουν με τους άλλους, και βλέπω πως πολλαπλασιάζει στο άπειρο τα εμπόδια στην ελευθερία τους.

Ξέρω, βέβαια, πως αυτός μου ο πόθος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σήμερα –κι ούτε θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ενόσω ζω, ακόμη κι αν η επανάσταση γινόταν αύριο. Ξέρω οτι θα ζήσουν μια μέρα άνθρωποι που γι΄αυτούς ούτε η ανάμνηση των προβλημάτων που μπορεί σήμερα να μας προξενούν το μεγαλύτερο άγχος δεν θα υπάρχει. Αυτή είναι η μοίρα μου που πρέπει να επωμισθώ, και που επωμίζομαι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να με οδηγήσει ούτε στην απελπισία ούτε στον κατατονικό μηρυκασμό. Έχοντας αυτό τον πόθο, που είναι δικός μου, δεν μπορεί παρά να εργάζομαι για την πραγματοποίησή του. Και ήδη με την εκλογή που κάνω του κυρίου ενδιαφέροντος της ζωής μου, μέσα στη δουλειά που του αφιερώνω, για μένα γεμάτη νόημα (ακόμα κι αν συναντώ, και αποδέχομαι, τη μερική αποτυχία, τις αναβολές, τις παρακαμπτήριες, τα καθήκοντα που δεν έχουν νόημα από μόνα τους), με τη συμμετοχή σε μια κοινότητα επαναστατών που επιχειρεί να ξεπεράσει τις αντικειμενοποιημένες και ξενωμένες σχέσεις της κοινωνίας όπου ζούμε –είμαι σε θέση να πραγματοποιώ μερικά αυτό τον πόθο. Αν είχα γεννηθεί σε μια κομμουνιστική κοινωνία, ίσως η ευτυχία να μου ήταν πιο εύκολη –δεν το ξέρω κι ούτε μπορώ να κάνω τίποτα σχετικά μ΄αυτό. Δεν θα καθίσω μ΄αυτό το πρόσχημα να περνώ τον ελεύθερο χρόνο μου παρακολουθώντας τηλεόραση, ή διαβάζοντας αστυνομικά μυθιστορήματα.


Μήπως αυτή μου η στάση σημαίνει άρνηση της αρχής της πραγματικότητας; Αλλά ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αρχής; Είναι οτι πρέπει να εργαζόμαστε –ή μήπως οτι πρέπει αναγκαία η εργασία να μην έχει νόημα, να γίνεται κάτω από συνθήκες εκμετάλλευσης, ν΄αντιφάσκει με τους στόχους για τους οποίους υποτίθεται οτι γίνεται; Αυτή η αρχή ισχύει μ΄αυτή τη μορφή για ένα εισοδηματία; Ισχύει μήπως, μ΄αυτή τη μορφή, για τους ιθαγενείς των νησιών Τρομπριάντ ή Σαμόα; Ισχύει, ακόμα και σήμερα, για τους ψαράδες ενός μεσογειακού χωριού; Ως ποιο σημείο η αρχή της πραγματικότητας εκφράζει τη φύση και που αρχίζει να εκφράζει την κοινωνία; Ως ποιο σημείο εκφράζει την κοινωνία ως κοινωνία και από ποιο σημείο μια τάδε ιστορική μορφή της κοινωνίας; Γιατί όχι τη δουλοπαροικία, τις γαλέρες, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως; Πού μια φιλοσοφία θα έπαιρνε το δικαίωμα να μου πει: σ΄αυτό το συγκεκριμένο χιλιοστόμετρο των υπαρχόντων θεσμών, θα σας δείξω το σύνορο μεταξύ του φαινομένου και της ουσίας, μεταξύ των παροδικών ιστορικών μορφών και του αιωνίου είναι του κοινωνικού;
Αποδέχομαι την αρχή της πραγματικότητας, γιατί αποδέχομαι την ανάγκη της εργασίας (καθόσον άλλωστε είναι πραγματική, γιατί ολοένα γίνεται λιγότερο προφανής) και την ανάγκη της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Δεν αποδέχομαι όμως την επίκληση μιας ψεύτικης ψυχανάλυσης και μιας ψεύτικης μεταφυσικής, που εισάγει στη συγκεκριμένη συζήτηση των ιστορικών δυνατοτήτων αυθαίρετες βεβαιώσεις πάνω σε αδυνατότητες για τις οποίες δεν ξέρει τίποτα.

Είναι τάχα η επιθυμία μου παιδική; Μα ακριβώς η παιδική κατάσταση είναι οτι η ζωή μάς είναι δοσμένη, και οτι ο Νόμος μάς είναι δοσμένος. Στην παιδική κατάσταση η ζωή μάς δίνεται για τίποτα –και ο Νόμος μάς δίνεται χωρίς τίποτα άλλο, και χωρίς δυνατότητα συζήτησης. Αυτό που θέλω είναι εντελώς το αντίθετο: να φτιάχνω εγώ τη ζωή μου και να δίνω ζωή, ει δυνατόν, εν πάση περιπτώσει να δίνω για τη ζωή μου. Ο Νόμος να μη μου δίνεται απλώς αλλά να τον δίνω κι εγώ συγχρόνως στον εαυτό μου. Αυτός που διαρκώς βρίσκεται σε παιδική κατάσταση είναι ο κομφορμιστής ή ο απολιτικός: γιατί αποδέχεται τον Νόμο ασυζητητί και δεν επιθυμεί να συμμετέχει στη διαμόρφωσή του. Εκείνος που ζει μέσα στην κοινωνία χωρίς καμιά θέληση που ν΄αφορά τον Νόμο, χωρίς πολιτική θέληση, απλώς αντικαθιστά τον ιδιωτικό πατέρα με τον ανώνυμο πατέρα. Η παιδική κατάσταση είναι, πρώτα, να δέχεσαι χωρίς να δίνεις και, μετά, να κάνεις ή να υπάρχεις για να δέχεσαι. Αυτό που θέλω είναι, αρχινώντας, μια δίκαιη ανταλλαγή, και στη συνέχεια το ξεπέρασμα της ανταλλαγής. Η παιδική κατάσταση είναι η δυϊκή σχέση, το φάντασμα της συγχώνευσης –και μ΄αυτή την έννοια, η σημερινή κοινωνία παιδικοποιεί διαρκώς τους πάντες με τη συγχώνευση που πραγματοποιεί στο φαντασιακό με απραγματικές οντότητες: τους αρχηγούς, τα έθνη, τους κοσμοναύτες ή τις βεντέτες. Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει πια να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για ν΄αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτονόμων ενηλίκων.

Νάναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων. Η σημερινή εξουσία σημαίνει οτι οι άλλοι είναι πράγματα, κι αυτό που θέλω είναι τελείως το αντίθετο. Αυτός που οι άλλοι τού είναι πράγματα είναι ο ίδιος πράγμα, και δεν θέλω να είμαι πράγμα ούτε για μένα ούτε για τους άλλους. Δεν θέλω οι άλλοι να είναι πράγματα, δεν θάξερα τι να τους κάνω. Αν μπορώ να υπάρχω για τους άλλους, και οι άλλοι να μ΄αναγνωρίζουν, δεν θέλω αυτό να γίνεται σε συνάρτηση με την κατοχή ενός πράγματος που είναι έξω από μένα –της εξουσίας, ούτε να υπάρχω γι΄αυτούς μέσα στο φαντασιακό. Η αναγνώριση που απορρέει από τον άλλο δεν ισχύει για μένα παρά στον βαθμό που τον αναγνωρίζω εγώ ο ίδιος. Υπάρχει ο κίνδυνος να τα ξεχάσω όλα αυτά αν κάποτε τα γεγονότα με οδηγούσαν κοντά στην «εξουσία»; Μου φαίνεται περισσότερο κι από απίθανο: αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήταν παρά μια χαμένη μάχη, και όχι το τέλος του πολέμου –και θάπρεπε να ρυθμίζω τη ζωή μου πάνω στην υπόθεση οτι μπορεί μια μέρα να ξαναμωραθώ;

Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ΄αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία –αυτήν όπου η καταστροφή επέρχεται χωρίς αναγκαιότητα, όπου όλα θα συνέβαιναν διαφορετικά, αν μονάχα τα πρόσωπα ήξεραν ή έκαναν αυτό ή εκείνο. Το να πεθαίνουν της πείνας οι άνθρωποι στις Ινδίες, ενώ στην Αμερική και στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις βάζουν πρόστιμα στους γεωργούς που παράγουν «υπερβολικά» -είναι μια μακάβρια φάρσα, είναι ένα γκραν γκινιόλ, όπου τα πτώματα και ο πόνος είναι πραγματικά. Δεν είναι τραγωδία, δεν υπάρχει σ΄αυτό τίποτα το αναπόφευκτο. Και αν η ανθρωπότητα εξαφανισθεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες, αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία. Θέλω την κατάργηση του Παλιάτσου και της μεταμόρφωσης των ανθρώπων σε νευρόσπαστα από άλλα νευρόσπαστα που τους «κυβερνούν». Όταν ένας νευρωτικός επαναλαμβάνει για εικοστή φορά την ίδια συμπεριφορά αποτυχίας, αναπαράγοντας για τον εαυτό του και για τους δικούς του τον ίδιο τύπο δυστυχίας, το να τον βοηθήσεις να το ξεπεράσει αυτό, σημαίνει να εξαλείψεις από τη ζωή του τη χονδροειδή φάρσα, όχι την τραγωδία: σημαίνει να του επιτρέψεις ν’αντικρίσει επί τέλους τα πραγματικά προβλήματα της ζωής του και ότι τραγικό μπορεί να περιέχουν, που η νεύρωσή του είχε για λειτουργία εν μέρει να εκφράζει και κυρίως να καλύπτει.

Όταν, μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στη Δύση, ένας μαθητής του Βούδα ήλθε να τον πληροφορήσει πώς θαυμαστά πράγματα, όργανα, φάρμακα, μέθοδοι σκέψης, θεσμοί, είχαν μεταμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων από την εποχή που ο Δάσκαλος αποσύρθηκε στα υψηλά οροπέδια, αυτόν τον σταμάτησε μετά τις πρώτες λέξεις. Εξαφάνισαν μήπως τη θλίψη, την αρρώστια, τα γηρατειά και τον θάνατο; ρώτησε. Όχι, απάντησε ο μαθητής. Ε, λοιπόν, τότε θα μπορούσαν να καθίσουν ήσυχα στ΄αυγά τους, σκέφτηκε ο Δάσκαλος. Και ξαναβυθίστηκε στην περισυλλογή του, χωρίς καν να κάνει τον κόπο να δείξει στον μαθητή του οτι είχε πάψει να τον ακούει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: