7.3.10

Είμαι με το αυθεντικό, με το ειλικρινές, με τον Γκουσγκούνη


Πού να φανταζόμουν  κάποτε,πως θα έγραφα για τον Γκουσγκούνη. Πως η cult μορφή του, το ξυρισμένο του κεφάλι, οι ατάκες του, τα υποκριτικά και όποια άλλα προσόντα του, θα αποτελούσαν εκτός από θέμα σε ένα γραπτό μου, την μία πλευρά ενός διλήμματος. Στην άλλη είναι η Τζούλια. Γκουσγκούνης ή Τζούλια;

Ο Γκουσγκούνης είναι  σαν το γάλα Βλάχας. Μαζί του μεγάλωσαν  γενιές και γενιές. Σε σκοτεινές  αίθουσες, παρασυρμένοι από τα κύματα ενός πρωτόγονου ερωτισμού αλλά και μιας ιδιότυπης κοινωνικότητας. Τρία έργα σεξ με ένα εισιτήριο, η ιαχή «χασάπη» κάθε φορά που ταινία  και κορύφωση κόβονταν στη μέση, η μυρωδιά της άγριας έντασης, και πιο πολύ της συνενοχής και της κατανόησης. Ο Γκουσγκούνης αναμετρήθηκε με τον δάσκαλο, με τον παπά του χωριού, με την υποκρισία, με τις απαγορεύσεις και επέζησε για να δίνει σήμερα συνεντεύξεις. Γιατί απευθυνόταν στις ανάγκες, την στερημένη σεξουαλικότητα, την περιέργεια. Απ τα πρότυπά του δεν κινδύνευσε κανένας. Μάλλον γέλασαν οι περισσότεροι. Ακόμη διαβάζω στο ίντερνετ τις ατάκες του και γελάω. Κανένας δεν θέλησε να γίνει Γκουσγκούνης. Ο Γκας, εκτιμήθηκε γι αυτό που ήταν. Ένας πορνοστάρ που δημιούργησε μια υποκουλτούρα και έδωσε εικόνα στην εφηβική φαντασίωση. Δεν έγινε ποτέ η κουλτούρα της κοινωνίας. Ερέθισε μόνο την μια πλευρά της. Την σεξουαλική.

Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω πως τα πράγματα άλλαξαν. Θα πω μόνο μια διαπίστωση του φίλου μου  του Κώστα του Καρανάνου (ψαράς, περιπτεράς,ταβερνιάρης,φιλοσόφος, και άλλα πολλά): «η κατάντια μας δεν έχει προηγούμενο. Ακόμη και στην σωματεμπορία, τη θέση του νταβατζή του αρσενικού με κάποιους κανόνες, πήραν οι φτερούδες. Αδίστακτοι τύπου που τρέφονται με την σάρκα μικρών κοριτσιών που προετοιμάζει η τηλεόραση για το μεγάλο μπουρδέλο που έκαναν την κοινωνία».

Η εκπόρνευση δεν  είναι δουλειά των παραδοσιακών νταβατζήδων. Στην εγχώρεια πορνεία  δεν σπρώχνει πια η ανάγκη. Οι βίζιτες είναι στα πάνελ της  τηλεόρασης. Φωτογραφίζονται στις κοινωνικές εκδηλώσεις, έχουν φιλανθρωπική δράση,είναι αφίσσες στα παιδικά δωμάτια. Και η μάνα...η μάνα δεν λέει πια, μην κάνεις παρέα με αυτή γιατί δεν είναι καλό παιδί. Η μάνα μπορεί να έχει το ίδιο πρότυπο. Πάει στο κομμωτήριο με τη φωτογραφία της σταρ-βίζιτας για να παραγγείλει την ίδια βαφή μαλλιών. Χιλιάδες οικογένειες έχουν αντικαταστήσει το όνειρο για ένα παιδί επιστήμονα με την αγωνία για ένα παιδί αναγνωρίσιμο. Δεν θέλουν να τραβάει γραμμές σε σχεδιαστήρια ή σε πίνακες σχολείου αλλά να γράφει λεπτά σε βίντεο τηλεόρασης. Να λάμπει. Και να είναι η μαμά και ο μπαμπάς της τάδε.

Δεν αναζητούν για  τα παιδιά δάσκαλο, αλλά μάνατζερ. Μια  καρικατούρα, ένα απόβρασμα, έναν προαγωγό, στον οποίο θα τα παραδώσουν κλείνοντας τα μάτια, για να τα ξανανοίξουν μόλις η λάμψη θα μπορεί πια να κρύψει τον βιασμό, την κακοποίηση του παιδιού και βέβαια την αδιαφορία τους. Η πορνεία γίνεται κουλτούρα. Κυρίαρχη και αποδεκτή. Η αδιαφορία βαφτίζεται ελευθερία, ο ξεπεσμός διαφορετικότητα και το πιθανό κέρδος μέτρο ηθικής και προόδου.

Η βιομηχανία της τσόντας δεν κατασκευάζει πια πορνοστάρ. Παίρνει έτοιμες απ την τηλεόραση, την κοινωνία, την ίδια την οικογένεια. Η σεξουαλικότητα δεν είναι ούτε η ορμή, ούτε η φαντασίωση. Και σίγουρα δεν είναι ο έρωτας. Η σεξουαλικότητα είναι τα ξεράσματα, τα πρότυπα μια βιομηχανίας που μας μαθαίνει να καταναλώνουμε ακόμη και για να μπορούμε να ερεθιζόμαστε.

Η φίλη μου η Γιάννα μου έδειχνε  αναστατωμένη(προ  Τζούλιας) μια φωτογραφία κάποιας  πιτσιρίκας στο  facebook. Δεκαέξι ετών, κόρη βοσκού από κάποιο ορεινό χωριό, να ποζάρει βαμμένη και ντυμένη (γδυμένη μάλλον) αλά Τζούλια. Το όνειρο του παιδιού. Η κόρη του βοσκού, του τυραννισμένου επαρχιώτη στο χωριό των 100 κατοίκων θέλει να γίνει Τζούλια. Ούτε δασκάλα, ούτε γιατρός. Τζούλια. Όπως χιλιάδες παιδάκια, που ο μπαμπάς και η μαμά τα πάνε στη σχολή μόντελινγκ και στα καλιστεία.

Όταν τέλειωνε η  ταινία με τον Γκουσγκούνη κανένας  δεν ήθελε να γίνει πορνοστάρ. Θέλαμε γιατροί, δάσκαλοι, κάτι τέλος  πάντων. Η κυρία που αναστέναζε στην ταινία δεν απειλούσε την  αξιοπρέπεια ή τη ζωή κανενός. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, θυμάμαι μάλλον ρομαντικά αυτές τις πρωταγωνίστριες. Προχθές άκουσα την συνέντευξη μιας παλιάς ελληνίδας πορνοστάρ. Έχει κάνει παιδιά, δημιούργησε οικογένεια και μιλούσε με μεγάλη αξιοπρέπεια και αυτογνωσία. Αυτή είναι η διαφορά. Αναγκάστηκε να ακολουθήσει τους κανόνες και τη ροή της ζωής. Οι σημερινές δηλωμένες και αδήλωτες συνάδελφοί τους, θέλουν να φτιάξου η ζωή στα μέτρα του μπουρδέλου που έγινε η ζωή τους.

Όταν στις ταινίες  του Γκας έπεφταν τίτλοι τέλους άρχιζαν  πολλά άλλα πράγματα. Η ταινία της Τζούλιας δεν έχει τίτλους τέλους. Συνεχίζεται στο club , στο μαγαζί με τα επώνυμα ρούχα, στην καφετέρια. Με τις ίδιες ψεύτικες κραυγές ευτυχίας ή ηδονής, με τα ίδια χημικά, με το ίδιο άδειο βλέμα. Γι αυτό είμαι με τον Γκουσγκούνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: