14.5.10

Μικροί Παρθενώνες


Ποιά νομίζετε πως είναι η σημαντικότερη τεχνολογική επανάσταση στην Ιστορία της Ανθρωπότητας; Η μηχανική εσωτερικής καύσης; Η διάσπαση του ατόμου; Η πληροφορική; Τίποτε απ’ όλα αυτά. Η Γεωργία. Αυτή είναι η Μάνα του σύγχρονου πολιτισμού. Ως τότε γυρίζαμε μισόγυμνοι και φοβισμένοι ακολουθώντας την μετανάστευση των θηραμάτων. Περιπλανώμενοι θηρευτές και καρποσυλλέκτες, ζούσαμε με το φάσμα της πείνας, μονίμως στον άγριο αγώνα της επιβίωσης. Τα υπάρχοντα μας ήταν ελάχιστα, ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στη ράχη μας. Ένα γύρισμα της τύχης, οι κλιματικές αλλαγές, οι αρρώστιες ή το λοξοδρόμισμα των κοπαδιών, μας οδηγούσαν στην απόλυτη ένδεια και τον αφανισμό. Τα αποθέματα τροφής μας κρατούσαν όσες μέρες κάνει το κρέας να σαπίσει και κάποτε – κάποτε τρώγαμε ο ένας τον άλλο. Η τέχνη μας ήταν σκαριφήματα σε σπηλιές και χοντροκομμένα ειδώλια της μάνας γης κι οι αρρώστιες μας θέριζαν. Αν έφτανες τα τριάντα ήσουν φαινόμενο κι ερχόντουσαν από όλες τις σπηλιές και όλες τις φυλές των κυνηγών για να θαυμάσουν τον εσχατόγηρο.

Ο μεγαλύτερος καινοτόμος λοιπόν ήταν αυτός, που παρατήρησε πρώτος τ’ άγρια σιτηρά, μάζεψε σπόρο, ξεχέρσωσε λίγο τόπο, έσπειρε, θέρισε. Ξεδιάλεξε ακόμη καλύτερο σπόρο, ξανάσπειρε, ξαναθέρισε. Ο θεμελιωτής του πολιτισμού μας είναι αυτός που πρώτος εξασφάλισε έτσι απόθεμα τροφής, αυτός που πρώτος περπάτησε πίσω από το αλέτρι.  Η περιπλανώμενη αγέλη των όρθιων «τρελλών» πιθήκων μπορούσε να ξέρει πια πως θα χε τροφή για μήνες, ως την επόμενη σοδειά. Αποκτήσαμε μόνιμη εγκατάσταση κι αντί για σπηλιές και λαγούμια, αντί για καλύβες από κλαριά και δέρματα που στήναμε πρόχειρα ακολουθώντας τα κοπάδια των θηραμάτων, χορτάτοι πια και χωρίς το φόβο της πείνας στο μάτι,  πελεκήσαμε τις πέτρες, τις στoιβάξαμε και χτίσαμε γερά σπίτια, κι έχουμε σήμερα τόπους που κατοικούνται χιλιάδες χρόνια, αδιάκοπα. Χορτάτοι κι ασφαλείς μπορέσαμε να σηκώσουμε το βλέμμα μας ψηλά, ν’ αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε. Σκαλίσαμε το ξύλο και την πέτρα, πληθύναμε κι οι αγροτικοί οικισμοί μας έγιναν πόλεις. Μέσα σ’ αυτές είχαμε την ασφάλεια και τον ελεύθερο χρόνο να κατακτήσουμε την πολυτέλεια της γνώσης, να συνδιαλλαγούμε και να λογομαχήσουμε, να χτίσουμε θεσμούς, θρησκείες, ιδεολογίες, να δημιουργήσουμε επιστήμες. Νικήσαμε πολλές αρρώστιες κι η ζωή μας σιγά – σιγά επιμηκύνθηκε ως τα 75 – 80 χρόνια.

Τον θυμάμαι να σκύβει από πάνω μου και με τα δυο του χέρια να μου δείχνει τις αρχέγονες κινήσεις. Με το αριστερό να πιάσω μια χεριά στάχυα και σκύβοντας ελαφρά με το δεξί που κρατούσε το δρεπάνι να την θερίζω χαμηλά και να προχωρώ επαναλαμβάνοντας ρυθμικά τις ίδιες κινήσεις. Έκλεισε στις ροζιασμένες χούφτες του, αυτές που κάποτε στο Σαγγάριο σφίγγανε το ντουφέκι και το πολυβόλο,  τις δικές μου και μου δειξε. Ύστερα μ’ άφησε, πήρε το δικό του δρεπάνι και προχωρούσαμε μαζί. Θερίζαμε δίπλα – δίπλα. Προχωρούσαμε αφήνοντας πίσω μας μικρούς σωρούς από ξανθά στάχυα. Συνονόματοι και με μια χαρακτηριστική ομοιότητα στο περπάτημα, στις κινήσεις. Τώρα πια ακόμη και στον χαρακτήρα. Ήμουν γύρω στα δέκα κι αυτός πια εβδομήντα τρία. Εκτελούσαμε μαζί το αρχαίο τελετουργικό της επιβίωσης. Ήμασταν μύστες της πιο σπουδαίας Τεχνολογίας.

Ξέρουμε πια πόσα χιλιόμετρα το χρόνο προχωρούσε αυτή η Τεχνολογική Επανάσταση από τη Μεσοποταμία στη Μικρά Ασία μέχρι να φτάσει στην απέναντι όχθη της Ελληνικής Λίμνης κι από κεί σιγά σιγά να ξαπλωθεί στα πέρατα της Ευρώπης.

Υπάρχουν πράγματα που τα θεωρούμε δεδομένα. Θα μπεις στο αυτοκίνητο, θα πας στην πολυεθνική αλυσίδα και θα βρεις τα πάντα. Πολλά παιδιά νομίζουν ότι το ψωμί φυτρώνει στα ράφια.
Οι αγρότες μας μέσα από την πελατειακή αφαίμαξη της επαρχίας από νεολαία, που στοιβάχτηκε στα Υπουργεία και τις ΔΕΚΟ με συμβάσεις και μισθούς πείνας, μετά την υποδούλωση τους στις επιδοτήσεις, την χημική μονοκαλλιέργεια και την υπερχρέωση, χρεωκόπησαν. Πρώτα ηθικά κι ύστερα οικονομικά. Τα παιδιά τους και συχνά οι ίδιοι περιφρόνησαν κι εγκατέλειψαν την γη τους. Το νήμα μιας αδιάκοπης ιστορικής συνέχειας, αυτής της πρώτης και σημαντικότερης Τεχνολογίας, κόπηκε βίαια. Σήμερα οι Έλληνες παράγουν όλο και λιγότερη από την τροφή τους. Η εξέλιξη, η τυποποίηση και η βιολογική καλλιέργεια  των  παραδοσιακών προϊόντων μας, ειδών που εδώ παράγονται καλύτερα από αλλού αλλά και η εισαγωγή νέων, είναι κάτι που γίνεται σπασμωδικά, ανοργάνωτα και σε μικρή κλίμακα.

Οι Έλληνες εγκατέλειψαν την γη τους και γέμισαν τις καφετέριες, τα σουβλατζίδικα και τους προθαλάμους των Υπουργείων. Προτιμούσαν να μπεγλεράνε με την φραπεδιά, περιμένοντας νέα για τα stage από τον μπάρμπα τον πολιτευτή, παρά να περπατήσουν πίσω από το αλέτρι.  Δεν σπέρνουν στάρι, δεν θερίζουν, οι γυναίκες δεν ζυμώνουν, απαξιούν να ‘χουν κότες και να θρέψουν μια κατσίκα ή δυο πρόβατα, γιατί το φρέσκο γάλα τους μυρίζει, γιατί οι κότες μυρίζουν, τα ζώα θέλουν φροντίδα. γιατί το ζύμωμα θέλει κόπο. Όποια χωράφια είναι απρόσιτα στο τρακτέρ ή το αυτοκίνητο, εγκαταλείπονται. Ελάχιστοι καταδέχονται να βόσκουν το κοπάδι τους. Θεωρούν υποτιμητική την δουλειά τους, προτιμούν τα παιδιά τους, ακόμη κι αν δεν είναι καλοί μαθητές να γίνουν κλητήρες σε οποιαδήποτε υπηρεσία και να ζουν σε γκαρσονιέρα στον Κολωνό, παρά να ζουν και να δουλεύουν στα χωράφια και στις στάνες. Τα κορίτσια φεύγουν πρώτα και τ’ αγόρια ανυπομονούν κι αυτά να πάνε στο «πέτσινο» Ελντοράντο της Αθήνας, στην πρωτεύουσα της πρέζας, της ανεργίας, στην πολυεθνική βαβέλ των εγχωρίων και των ντόπιων καταραμένων. Τα βοθροκάναλα των μπετατζήδων κι οι φυλλάδες τους και η μικροαστική νοοτροπία που βασιλεύει, θεωρεί εξευτελιστική ή έστω υποδεέστερη την ιδιότητα του αγρότη, του κτηνοτρόφου και του ψαρά. Ποια κοπέλα θα δεχόταν να μοιραστεί αυτή τη ζωή; Ποια κοπέλα μαθαίνει πια να την μοιράζεται αυτή τη ζωή; Η ίδια η Επανάσταση μας στηρίχθηκε στην αγροτιά. Αγρότες και βοσκοί ήταν ο κορμός του επαναστατικού στρατού. Κι αυτή η γη έθρεψε τον Λαό για αιώνες.  Η επιβίωση του Λαού μας στην ναζιστική κατοχή, στην γενοκτονία του Χειμώνα 1941-1942, οφείλεται στην ύπαρξη της αγροτικής και ποιμενικής Ελλάδας, στην πρωτόγονη αλλά υπαρκτή, πλούσια και πολυποίκιλη παραγωγική της βάση. Η Αθήνα, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη έζησαν από την επαρχία κι όχι από το «Κουρτουλούς».

Επιχαίρουν οι κυβερνώντες που θα δανειστούμε πάλι. Τέτοια επιτυχία! Δεν παράγουμε ΤΙΠΟΤΑ αλλά ξαναβρήκαμε δανεικά αλλά όχι αγύριστα. Η ραχοκοκαλιά του Έθνους, η αγροτική Ελλάδα, έχει πολλαπλά κατάγματα. Η αποβιομηχάνιση ήταν ένα έγκλημα αλλά η εγκατάλειψη της γης ενέχει κίνδυνο γενοκτονίας. Αν αύριο συμβεί κάτι, αν αδειάσουν τα ράφια, το χρήμα στερέψει, αν μια φυσική καταστροφή ή ένας πόλεμος διαταράξει την μεταφορά αγαθών για λίγους μήνες, θα φάμε ο ένας τον άλλο. Δεν θα μας τάζουν πια πιστώσεις για να υποκύψουμε σε αξιώσεις. Απλά θα μας κουνάνε μια φρατζόλα και θα μας δείχνουν μια ληγμένη κονσέρβα.

Επιστροφή στη γη λοιπόν. Αλλαγή προτύπων. Αλλαγή αξιών. Δεν έχει Τιμή αλλά ούτε και προοπτική να προσδοκάς να ζήσεις ως παρίας στην Ομόνοια και περαστικός απ’ το Κολωνάκι.
Εκεί κοντά στο Μαυρομάτι είναι δυο ελαιώνες, σε δυο πλαγιές. Πριν καλά – καλά γεννηθεί η μάνα μου ήταν λόγγος με θεόρατα πουρνάρια.  Ένας νέος άντρας, μόνος του, με δυο άλογα, τριχιές κι ένα τσεκούρι, που μόλις είχε γυρίσει απ΄’ το Σαγγάριο, το Δορύλαιον και το Κάλε Γκρότο πάλευε κάθε μέρα, ολομόναχος. Πήχυ με το πήχυ καθάριζε με το τσεκούρι το λόγγο και με τ’ άλογα έδενε και ξερίζωνε τις βαθιές ρίζες. Κι ύστερα φύτευε μια ελιά κι ύστερα άλλη μια κι όλο προχωρούσε. Εκεί μετά από 50 χρόνια μου ‘δειχνε πως θερίζουνε το στάρι που φύτευε ανάμεσα στις ελιές του, που ‘θελες πια σκάλα για να τις μαζέψεις.

Αυτοί είναι οι μικροί Παρθενώνες του μόχθου. Γεμάτη η Ελλάδα από αυτούς. Πεζούλες πάνω από την αρμύρα στα νησιά μας, όπου σε μια φλούδα γης βγάζανε στάρι, ελιές, αμπέλια ή ελαιώνες και περβόλια μέσα στην πέτρα ή εκεί που ‘ταν άγρια ρουμάνια.

Χρειαζόμαστε πάλι τις παλιές μας συνήθειες με νέους τρόπους. Χρειαζόμαστε την κουλτούρα της εργατικότητας, της φιλοτιμίας και της αλληλεγγύης. Αυτή που δάμασε τους χερσότοπους, ανάθρεψε τις ελιές μας κι ανάστησε τον λαό μας. Να παράγουμε πάλι όχι μόνον την τροφή μας αλλά έτσι ν’ αναστήσουμε την ελπίδα μας και την αξιοπρέπεια μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: