6.1.11

Χιονισμένη Καλαβρυτινή ιστοριούλα Νο 6

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα χρηματοκιβώτιο. Σιδερένιο, βαρύ και σίγουρο. Είχε και δύσκολο συνδυασμό. Ένα πρωινό ανηφόρισε για το Χελμό, να φυλάξει μέσα του τους καθημερινούς χειμωνιάτικους θησαυρούς. 

Μες το κρύο και το χιόνι έπαιζε με τα λεφτά, τους υπαλλήλους και τους φίλους τους. Έκανε παρέα στα παιδιά τους, ξερόβηχε όταν οι καφέδες πέφταν πάνω του  και δεχόταν υπομονετικά πολλά χέρια, που το ανοιγόκλειναν καθημερινά. 

Τις νύχτες έμενε μόνο του στο βουνό συνήθως άδειο, χωρίς παρέα και φύλακες. Γρήγορα συνήθισε και τους περίεργους βραδινούς ήχους  των αλεπούδων, των αγελάδων και  των κατσικιών. Και περνούσαν τα χρόνια και περνούσαν οι μήνες και περνούσαν οι μέρες. Και το χρηματοκιβώτιο  εκεί, ήσυχο και άφοβο να κλειδώνει μέσα του τις εισπράξεις του χιονιού.  Και περνούσαν τα χρόνια και περνούσαν οι μήνες και περνούσαν οι μέρες. 

Ώσπου μια μέρα-μεσημέρι ένα  χεράκι  κατέβασε τα στόρια του γραφείου και δεν πήρε όλα τα λεφτά από μέσα του. Άφησε κάμποσα πολλά λεφτά κι έφυγε. Το χρηματοκιβώτιο παραξενεμένο φώναζε το ‘λάθος’ αλλά κανένας δεν άκουσε. Και εντελώς τυχαία ΤΟ ΙΔΙΟ ΒΡΑΔΥ το άμοιρο χρηματοκιβώτιο είχε επισκέψεις, που ΠΟΤΕ τόσα χρόνια δεν είχε. Όχι τις συνηθισμένες των αλεπούδων, των αγελάδων και των κατσικιών.  

Κάποιος άνοιξε τα σωθικά του και πήρε όλα τα ‘ξεχασμένα’ λεφτά. ΟΛΑ. Σήμερα κανείς δε ξέρει τώρα πού να βρίσκεται το άμοιρο χρηματοκιβώτιο. Πόσα πράγματα θα μπορούσε να πει. Πόσα είδε εκείνο το βράδυ. Πόσα ίσως να είχε ακούσει  σε εκείνο το γραφείο τις προηγούμενες μέρες και δεν κατάλαβε. Δεν υποπτεύθηκε τί το περίμενε. 

Η σειρήνα του περιπολικού ακόμα ψάχνει. 

Καλή Χρονιά. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: