12.1.11

Χιονισμένη Καλαβρυτινή ιστοριούλα Νο 8

ΑΠΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας χαμηλός μαέστρος. Δηλαδή νόμιζε ότι ήταν μαέστρος. Το ίδιο νόμιζαν και οι άλλοι στο χωριό. Βρήκαν, λοιπόν που λέτε, την ευκαιρία οι παραγωγοί-προαγωγοί (μπαμπάς κι ο γιός) να τον φέρουν στο βουνό. Δεν τους άρεσε ο ήχος της προηγούμενης ορχήστρας.  Ήθελαν να έχουν τον έλεγχό της. Νόμιζαν ότι ήξεραν και μουσική. Και βρήκαν τον χαμηλό μαέστρο για να κάνουν τη δουλειά τους. Έτσι νόμιζαν τουλάχιστον. 

Τους διέφυγε όμως μια μικρή λεπτομέρεια. Ότι ο χαμηλός μαέστρος είχε εμπειρία – ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΧΕ – μόνο σε μουσική δωματίου ή καλύτερα γραφείου. Με δυο τρεις μουσικούς – υφισταμένους και πάντα μέσα στη ζεστασιά του γραφείου. Άσε που οι μουσικοί δεν ξεπερνούσαν τους δυο-τρεις. Το πολύ-πολύ κάνα κουαρτέτο και αυτό στα καλύτερα. Μεγάλη χαρά ο χαμηλός μαέστρος όταν του πρότειναν συμφωνική ορχήστρα και μάλιστα σε χιονισμένο τοπίο. Ποτέ δεν κατάλαβε το ‘ύψος’ της πρότασης. Χαμηλός είπαμε, σε όλα. Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν τα χρόνια. 

Κι ο χαμηλός μαέστρος ανέβηκε στην ηλεκτρική καρέκλα -  πόντιουμ και άρχισε τις πρόβες. Καινούργια εμπειρία γι’ αυτόν. Μεγάλη η ‘αίθουσα’ συναυλιών, πολλά τα όργανα, πολλοί οι οργανοπαίχτες. Άντε να τους βάλεις σε σειρά. Από κουαρτέτο σε συμφωνική έχει διαφορά. Ο μπαμπάς κι ο γιός νόμιζαν ότι είναι το ίδιο με τα ταβούλια της Βισοκάς. Έτσι του είπαν του χαμηλού μαέστρου. Κι αυτός τυφλωμένος από τη θέση και τα λεφτά το πίστεψε. Είπαμε μουσική δωματίου και μάλιστα ζεστού ήξερε, αν ήξερε. Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν οι μέρες. Και κάτι ξεχασμένοι οργανοπαίχτες του έταξαν βοήθεια. Με αντάλλαγμα φυσικά. Κι ο μπαμπάς κι ο γιός του βρήκαν και πρώτο βιολί. Νόμιζαν ότι αυτό θα φέρει και τα άλλα όργανα που έλειπαν. Αλλά ο χαμηλός μαέστρος ήταν και τσιγκούνης. Ήθελε να βγάλει κέρδη από τη συναυλία κάνοντας οικονομία στους μισθούς των μουσικών. Ήξερε αυτός από τα κουαρτέτα. Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν οι μέρες. 

Αλλά κάτι στις πρόβες δεν πήγαινε καλά. Φάλτσα, ακούρδιστα όργανα, ασυντόνιστοι οργανοπαίχτες. Ήταν βλέπεις και πολλές ΝΤΙΒΕΣ ανάμεσά τους. Με το δικό τους θεό. Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν οι μέρες. Κι η μεγάλη πρεμιέρα πλησίαζε. Αλλά τα φάλτσα φάλτσα, τα όργανα ακόμα ξεκούρδιστα και οργανοπαίχτες στον κόσμο τους. Άλλα ο χαμηλός μαέστρος, άλλα αυτοί. Και το πρώτο βιολί ένα πρωί το σκάει. Φεύγει τρέχοντας. Να γλυτώσει τη ξεφτίλα της πρεμιέρας. Το μουσικό του αυτί άκουγε από νωρίς τα φάλτσα. Κι άφησε και προίκα ένα κατεβατό. Το διάβασαν όλοι. Και κατάλαβαν.  Ο μόνος που δεν ‘κατάλαβε’ ήταν, περιέργως, ο μέγας υποστηρικτής του χαμηλού μαέστρου. Ο έμπειρος μουσικός-συνθέτης-δημοσιογράφος δεν προφύλαξε το φίλο του. Πόσες πρόβες άραγε ήθελε ακόμα για να ‘ακούσει’ τα φάλτσα της ορχήστρας? 

Πόσες πρόβες άραγε ήθελε ακόμα για να καταλάβει  τα ξεκούρδιστα όργανα? Κι αυτός είναι ο μόνος που γνωρίζει από μουσική, τουλάχιστον.  Λέτε να έχει τίποτα άλλο στο μυαλό του? Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν οι μέρες. Και η μεγάλη πρεμιέρα πλησιάζει. Και τα εισιτήρια έχουν πουληθεί. Και οι φιλόμουσοι περιμένουν. Μια χαρά θα πάνε όλα. Μόνο  καφέ δε θα βρίσκουν. Α, και το μπαμπά, που το ‘σκασε  κι αυτός. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: