8.2.11

Χιονισμένη Καλαβρυτινή ιστοριούλα Νο 11

ΑΠΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο κοντορεβιθούλης. Καθόταν κάθε μεσημέρι στο μπαλκόνι του εξοχικού του, κοιτούσε τη θάλασσα και ονειρευόταν ένα πράγμα. Να μεγαλώσει, να πάρει τη σύνταξή του και να γίνει καπετάνιος σε κρουαζιερόπλοιο. 

Και πέρναγαν τα χρόνια και πέρναγαν οι μήνες και πέρναγαν οι μέρες. Κι ο κοντορεβιθούλης κοίταγε τη θάλασσα κι ονειρευόταν. Ένας φίλος του ψευτοψαράς με το γιο του, του το είχανε τάξει. ‘Πάρε κοντορεβιθούλη τη σύνταξή σου και το πλοίο είναι έτοιμο’. Κι ο κοντορεβιθούλης πήρε τη σύνταξή του και με τη βοήθεια του ψηλού δημάρχου έγινε καπετάνιος. Στην αρχή δόκιμος. Για να μάθει. Δεν ήξερε ο κακομοίρης τίποτα από θάλασσα. Κι στη παλιά του δουλειά μόνο τη ρύπαινε, την άμοιρη τη θάλασσα. Σαν δόκιμος αντιμετώπισε ληστείες – για πρώτη φορά στην ιστορία του πλοίου – αντιμετώπισε υπεξαιρέσεις εισπράξεων – για πρώτη φορά στην ιστορία του πλοίου – παραιτήσεις δημοσιογράφων. 

Με την ευλογία και την έγκριση του ψηλού δημάρχου όλα τα κάλυψαν. Και πέρναγαν οι μήνες και πέρναγαν οι μέρες. Κι ο δόκιμος καπετάνιος, με την έγκριση του ψηλού δημάρχου, πήρε δικό του πλήρωμα στο κρουαζιερόπλοιο. Δικό του μηχανικό, δικούς του ναύτες, δικούς του μούτσους. Τα ποντίκια παραμόνευαν. Μόνο για δεύτερο καπετάνιο δεν ήθελε να ακούσει.’ Όλα μόνος μου’ έλεγε. 

Ανέβηκε στη γέφυρα του πλοίου καμαρωτός καμαρωτός, αλλά τη θάλασσα δεν την έβλεπε. Κοντορεβιθούλης είπαμε. Ζήτησε βοήθεια και αμέσως ο ψηλός δήμαρχος κι ο ψηλός κολαούζος του έγιναν τα δεκανίκια του καπετάνιου. Του έδωσαν πόντους. Αλλά θάλασσα πάλι δεν έβλεπε. Και πέρασαν οι μήνες και πέρασαν οι μέρες. Και γέμισε η θάλασσα νερό. Κι ο κοντορεβιθούλης όλα χαρά έδωσε το σήμα του ταξιδιού. Μπονάτσα ο καιρός. Με τη θάλασσα λάδι και τον ήλιο ψηλά ‘τι εύκολα καπετανεύεις’ σκέφτηκε. Τα βράδια μόνος του  αναρωτιόταν πώς θα είναι το ταξίδι με τις φουρτούνες. Με τον αέρα και τα κύματα. 

Με τους βοριάδες και τους νοτιάδες. Ευτυχώς έχει τα δεκανίκια, τον ψευτοψαρά φίλο του και τον Γιώργη, που πηλάλαγε όλη την ώρα. Αυτοί τα ξέρουν όλα. Πώς να αποφεύγουν σκοπέλους και ύφαλους. Πώς να ‘κοιμίζουν’ τους τουρίστες του πλοίου και τους νησιώτες.  Πώς να καλύπτουν τις κλοπές. ΟΛΕΣ τις κλοπές. Κι ο κοντορεΘυμιούλης ακόμα καπετανεύει. Ο Νίκος. ο Γιάννης, οι μούτσοι κι οι ποντικοί του πλοίου συνεχίζουν ανενόχλητοι τη δουλειά τους στα αμπάρια. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Οσα και να λες εσυ τα εχουν ολοι γραμμενα.....χα χα χα....πιστευω να το βλεπεις και απο μονος σου...τζαπα πατας αυτα τα πληκτρα...εχεις πολυ γελοιο τελικα...πρεπει να σε τσουζει πολυ

Ανώνυμος είπε...

Ρε φιλαράκι, ειλικρινά έχουν πολύ γέλιο όλες οι ιστοριούλες σου, και γουστάρουμε να τις διαβάζουμε.
Όμως, το να λες όλα αυτά με χιουμοριστικό και καυστικό τρόπο δεν ιδρώνει το αυτί αυτών που πρέπει.
Μήπως θα έπρεπε να μιλήσεις κάποια στιγμή και κανονικά...χύμα και τσουβαλάτα....?
Μπας και σώσεις τους τουρίστες του καραβιού να πούμε, οι νησιώτες είναι κοιμισμένοι εδώ και χρόνια.....