17.7.11

«Μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν...»

Κύριο θέμα της συνάντησης, την περασμένη εβδομάδα, του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Οικονομικών Ευάγγελου Βενιζέλου με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, στην οποία παρέστησαν και οι αρχιερείς - μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ήταν η συμβολή της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση της κρίσης που ταλαιπωρεί τη χώρα. 

Δήλωσε ο κ. Βενιζέλος, μετά τη συνάντηση, ότι «διαμορφώθηκε ένα κλίμα συναντίληψης και συστράτευσης» και πρόσθεσε: «Μπορούμε να κάνουμε πολύ συγκεκριμένα πράγματα που θα ανακουφίσουν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη». Από την πλευρά του ο κ. Ιερώνυμος δήλωσε πως η Εκκλησία πάντοτε στάθηκε πλάι στον λαό, αγωνίστηκε και έδωσε ό,τι μπορούσε «και σ' αυτήν την κρίσιμη ώρα δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά και θα συνεχίσει την ίδια πορεία, κάτω όμως από ορισμένους όρους, όπως συζητήσαμε, όπως το θελήσαμε και όπως θα το δούμε στην πράξη».

Ουσιαστικά δεν ανακοινώθηκε τίποτε συγκεκριμένο για το τι θα κάνει η Εκκλησία ούτε και ποιοι είναι οι όροι που έθεσε ο αρχιεπίσκοπος και αποδέχθηκε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Πληροφορίες ανέφεραν ότι βασικός όρος ήταν να μη θιγεί η εκκλησιαστική περιουσία και δόθηκε διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να ενταχθεί στο Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας, ενώ και η μισθοδοσία των κληρικών θα συνεχίσει να γίνεται από το κράτος. Παραμένει, λοιπόν, και έπειτα από αυτήν τη συνάντηση, ανοιχτό το επίμαχο θέμα της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας, η διαχείριση της οποίας γίνεται με μάλλον αδιαφανή τρόπο.

Οι ιερωμένοι διαχειρίζονται τεράστια χρηματικά ποσά -η Εκκλησία με περίπου 8 εκατ. μετοχές είναι ένας από τους μεγαλύτερους μετόχους της Εθνικής Τράπεζας, ενώ έχει μετοχές και άλλων τραπεζών-, διαχειρίζονται μια άγνωστης έκτασης ακίνητη εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία διάσπαρτη σ' όλη τη χώρα και επίσης δωρεές και τον οβολό των πιστών που γεμίζει κάθε μέρα τα ιερά ταμεία.

Επί αιώνες τώρα οι ανά τον κόσμο εκκλησίες -όχι μόνο οι χριστιανικές- είναι οι μεγαλύτερες και πλέον κερδοφόρες επιχειρήσεις με άπειρα υποκαταστήματα (ναούς, μοναστήρια, παρεκκλήσια, εξωκλήσια, προσκυνήματα κ.ά.) που προσφέρουν έναντι οβολού άφεση αμαρτιών. Πέραν αυτών η Εκκλησία εισπράττει με συγκεκριμένες ταρίφες, διόλου ευκαταφρόνητες, ποσά για βαπτίσεις, γάμους, κηδείες, μνημόσυνα και άλλες τελετές, καθιερώνοντας, μάλιστα, κοινωνικές διακρίσεις στη θρησκεία της ισότητας. Η διαχείριση όλου αυτού του πλούτου δεν θα έπρεπε να γίνεται με διαφάνεια για να φαίνεται και η προσφορά των ιεραρχών εκείνων και των απλών ιερέων που επιτελούν φιλανθρωπικό χριστιανικό έργο;

Η οικονομική κρίση, που αντιμετωπίζει η χώρα, θέτει επιτακτικά το θέμα της αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας, όχι μόνο για την οργάνωση συσσιτίων, αλλά προπαντός για την αντιμετώπιση της ανεργίας με αναπτυξιακά έργα, ακόμη και για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Τίθεται, ωστόσο, για ακόμη μια φορά το ερώτημα: Χρειάζεται, άραγε, να έχει η Εκκλησία περιουσία, όταν οι αρχιερείς και οι ιερείς μισθοδοτούνται και συνταξιοδοτούνται από το κράτος;

Χρειάζεται να έχει ακίνητα -ξενοδοχεία, καταστήματα, θέατρα, πολυκατοικίες κ.τ.λ.- και να βρίσκονται σε διαρκή πειρασμό όσοι τα διαχειρίζονται; Χρειάζεται να έχει τεράστιες εκτάσεις αγροτικές και δασικές δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων και να τις εκμεταλλεύεται, ενώ το απολύτως λογικό και χριστιανικό θα ήταν να τις διαθέσει σε ακτήμονες και μάλιστα σε πολύτεκνους και σε νέους, για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανέχειας, που προκαλεί νέο κύμα μετανάστευσης; Με αυτήν την περιουσία δεν θα μπορούσε να ιδρύσει και να συντηρεί νοσοκομεία, γηροκομεία και άλλα ιδρύματα; Τι τα χρειάζεται όλα αυτά τα πλούτη που προκαλούν τον απλό πιστό;

Αυτή η συσσώρευση πλούτου, περιουσίας και χρημάτων, πόσο σύμφωνη είναι με την προτροπή του Χριστού: «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε, μη κτήσησθε χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών, μη πήραν εις οδόν μηδέ δύο χιτώνας μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον» (Κατά Ματθαίον ι', 9.10). Γνωρίζουν οι ιεράρχες από το Ευαγγέλιο (κατά Μάρκον ι', 21) την απάντηση του Χριστού προς εκείνον που τον ρώτησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;». Του είπε: «Υπαγε, όσα έχεις πώλησον και δος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι, άρας τον σταυρόν σου». Και η συνέχεια:

«Ο δε στυγνάσας επί τω λόγω απήλθε λυπούμενος· ην γαρ έχων κτήματα πολλά. Και περιβλεψάμενος ο Ιησούς λέγει τοις μαθηταίς αυτού· πως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εις την βασιλείαν του Θεού εισελεύσονται».

Δεν υπάρχουν σχόλια: