5.2.12

Χιονισμένη Καλαβρυτινή ιστοριούλα Νο 4 Α

ΑΠΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα βουνό κι ένας κοντός. Το βουνό υπήρχε, τον κοντό τον φέρανε. Τον έφερε ο γραβατωμένος με τα πεντακάθαρα χέρια και η παρέα του.

Το βουνό στην αρχή αιφνιδιάστηκε. Φοβήθηκε τον κοντό συνταξιούχο καθηγητάκο. Σεβάστηκε την ηλικία του. Έτσι του πρόσφερε λίγο χιόνι, πολύ ήλιο και μπουνάτσες. Ο κοντούλης μάνατζερ πήρε αέρα. Άρχισε τις δηλώσεις για 100% αύξηση στους πελάτες, για τεράστιες εισπράξεις, για ‘οικονομικό θαύμα’. 

Το βουνό παρακολουθούσε διακριτικά. Γέλαγε με τις κορώνες του κοντού συνταξιούχου καθηγητάκου. Άφησε και πέρασε το καλοκαίρι και για να προσγειώσει τον κοντό συνταξιούχο καθηγητάκο το βουνό έβαλε τα καλά του. Πολύ χιόνι, δυνατός αέρας, ομίχλη, χιονοστιβάδες, πάγος.

Ο κοντούλης τρόμαξε. Στην αρχή το έβαλε στα πόδια. Το έκλεισε το μαγαζί. Τους πήρε όλους και φύγανε. Μετά έκανε διάσκεψη με το Νίκο και τον Γιάννη. Αποτέλεσμα μηδέν. Ρε τί Αυστριακούς έφερε, τι Γάλλους, τι Πορτογάλους.

Το βουναλάκι μειδιά. Κάνει χάζι. Ο κοντούλης συνταξιούχος καθηγητάκος ξοδεύει λεφτά και κουπόνια για ξένους, για μεροκάματα, για πετρέλαια, για ξεπαγώματα, για αλάτι. Το αποτέλεσμα το ίδιο. Εισπράξεις τίποτα. Μόνο έξοδα.

Μόνο αναστολές, μη λειτουργία και πολλά έξοδα. Ούτε ο πατριάρχης ιεχωβάς δε μπορεί να βοηθήσει. Ο καπετάνιος έχει χάσει τη μπάλα. Ανακοινώνει τις αναστολές. ‘Εφ’ όσον το βουναλάκι το επιτρέψει.’

Ο κοντός συνταξιούχος καθηγητάκος ακόμα μαθαίνει. Το βουνό ήταν εκεί. Υπήρχε. Και γελάει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: