Το σύνολο των ελληνικών διεκδικήσεων από τη Γερμανία και την πολιτική, ηθική και νομική θεμελίωσή τους εκθέτει ο Μανώλης Γλέζος με άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα Die Welt, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι "τον προσεχή Σεπτέμβρη κλείνω τα 91 (...), δεν έχω καιρό, λοιπόν, ούτε για ψέματα ούτε για μισές αλήθειες".

Η εφημερίδα Die Welt, την περασμένη εβδομάδα, σε εκετενές άρθρο για την υπόθεση, καλούσε τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανία, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, να συνυπολογίσει την ηθική και πολιτική ζημιά που υφίσταται η χώρα από το ανοιχτό ζήτημα με την Ελλάδα και πρότεινε, έμμεσα, το συμψηφισμό των γερμανικών οφειλών με μέρος του ελληνικού χρέους.

Στο άρθρο του στη γερμανική εφημερίδα, ο Μανώλης Γλέζος γράφει:

"Τον προσεχή Σεπτέμβριο κλείνω τα 91.

Αρχίζω να γράφω αυτό το κείμενο 72 χρόνια ακριβώς από τη μέρα που είδα τους Γερμανούς, πάνοπλους, με μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα, να μπαίνουν στην Αθήνα.

Ήταν 27 Απριλίου του 1941. Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες της εφημερίδας ήταν τότε αγέννητοι. Όμως εγώ ήμουν ήδη 19 χρόνων.

Δεν έχω καιρό, λοιπόν, ούτε για ψέματα ούτε για μισές αλήθειες.

Θα ήθελα να σας είχα κοντά μου, έναν-έναν, να σας μιλήσω γι' αυτά που έζησα, που άκουσα, που είδα. Θα αρκεστώ, ωστόσο, να μοιραστώ από εδώ, μαζί σας, μόνο κάποια από αυτά. Μετά, ίσως μπορούμε να κοιταχτούμε αναμεταξύ μας με διαφορετικό βλέμμα…

Α. Η Μάχη της Κρήτης.

Για τη Μάχη της Κρήτης έχουν γράψει πολλοί. Είναι εύκολο να βρείτε σε βιβλία Ιστορίας τι έγινε. Θα διαβάσετε για άντρες, γυναίκες και παιδιά που, με τσουγκράνες και ραβδιά για όπλα, υπερασπίστηκαν τη γη τους και τη γη των προγόνων τους.

Απέναντί τους είχαν τον καλύτερο στρατό του κόσμου, τη Βέρμαχτ. Και ο ουρανός έβρεχε αδιάκοπα αλεξιπτωτιστές...

Όταν η Μάχη τέλειωσε, ο στρατός είχε νικήσει. Μα οι γυναίκες των ηττημένων, που είχαν χάσει παιδιά, αδέρφια, πατεράδες ή συζύγους, κατέβηκαν στο γιαλό, σκαρφάλωσαν στα βουνά και, όπου βρήκαν νεκρό σώμα εχθρού, το τίμησαν:

το έπλυναν και το έθαψαν, όπως του έπρεπε. Ο νεκρός δεν ήταν πια εχθρός.

Ήταν ο άταφος αδελφός.

Κι αυτές ήταν οι εγγονές της Αντιγόνης, που έκαναν το χρέος τους απέναντι στους νεκρούς.
Την ίδια ώρα, οι νικητές έμπαιναν στην Κάνδανο. Στην περιοχή γύρω από το χωριό είχαν χάσει 27 άντρες. Και τότε, ΩΣ ΑΝΤΙΠΟΙΝΑ, πήραν μια πρωτοφανή ‒ακόμα και για καιρό πολέμου‒ απόφαση:

σκότωσαν όσους από τους κατοίκους βρήκαν και ξεθεμελίωσαν το χωριό.
Φεύγοντας, περήφανοι για το έργο τους, άφησαν και σχετικές πινακίδες!
Αναζητήστε τις στο διαδίκτυο…

Β. Καισαριανή, 10 Μάη 1944.

Οι Ναζί εκτελούν τον 19χρονο αδελφό μου.
Αν είχε ζήσει, θα γινόταν δάσκαλος. Μαζί του εκτελούν άλλους ογδόντα έναν άντρες και δέκα γυναίκες.
Στον ίδιο τόπο, εννιά μέρες νωρίτερα, τη μέρα της Πρωτομαγιάς, είχαν εκτελέσει διακόσιους ακόμα Έλληνες πατριώτες.

Γ. Αμέσως μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, ξεκίνησα αγώνα για να επιστρέψει

η Γερμανία στην Ελλάδα όσα της όφειλε.
Τα γνωρίζετε. Πρόκειται για το αναγκαστικό δάνειο, τις αποζημιώσεις για τις καταστροφές στις υποδομές της χώρας και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Μάλιστα, το 1995, είχα την ευκαιρία να εκθέσω το όλο ζήτημα στο γερμανικό λαό, τόσο μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας DieZeit, όσο και σε μια αλησμόνητη εκδήλωση στο Ανόβερο.
Αν το πέρασμα των χρόνων ακύρωνε αρχές και αξίες, αν μετέβαλε το ΗΘΟΣ των ανθρώπων, τότε οι τραγωδίες του Σοφοκλή, του Αισχύλου ή του Ευριπίδη δεν θα έλεγαν σήμερα τίποτα σε κανέναν.
Υπάρχουν όμως μερικά πράγματα που δεν μπαγιατεύουν, που δεν παραγράφονται, που δεν γερνούν καν. Και το δίκαιο είναι ένα από αυτά.
Αν σήμερα, με όλο το βάρος των 90 χρόνων μου, συνεχίζω αυτόν τον αγώνα, είναι γιατί θεωρώ δίκαιο και για τη Γερμανία και για την Ελλάδα να επιστρέψει η πρώτη όσα οφείλει στη δεύτερη.
Και προσέξτε κάτι. Δεν θα με ακούσετε ποτέ να μιλάω για ΕΚΔΙΚΗΣΗ.
Εμείς, που χάσαμε αγαπημένους ανθρώπους, δεν νιώθουμε μίσος για τον γερμανικό λαό και δεν επιζητούμε εκδίκηση.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να το κάνουμε.

Όσοι βγήκαμε ζωντανοί από τον πόλεμο, είχαμε χρέος να ζήσουμε και για λογαριασμό των νεκρών μας. Να αγαπήσουμε για κείνους, να χορέψουμε για κείνους, να κολυμπήσουμε στη θάλασσα για κείνους.

Μάθαμε, έτσι, να εκτιμάμε και να αγαπάμε τη ζωή.
Και το μίσος σε εμποδίζει να αγαπήσεις τη ζωή.
Στα χρόνια μετά τον πόλεμο, γνώρισα πολλούς Γερμανούς. Χαίρομαι βαθιά όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να τους συναντήσω και οι συζητήσεις μαζί τους είναι πάντα καλή τροφή για σκέψη. Όλοι αυτοί, αφού άκουσαν με προσοχή τα επιχειρήματά μου, συμφώνησαν για το δίκαιο των αιτημάτων της Ελλάδας.

Έτσι, στάθηκαν επανειλημμένα στο πλευρό μου, βοηθώντας με να επικοινωνήσω με τον γερμανικό λαό. Αλλά δεν αισθάνομαι ευγνωμοσύνη για τη στάση τους. Αισθάνομαι φιλία για τους ίδιους. Κι αυτό είναι πολύ πιο πολύτιμο, πολύ πιο ακατάλυτο, πολύ πιο ανθρώπινο, πολύ πιο ισότιμο.
Κάθε σπιθαμή ευρωπαϊκού εδάφους είναι ποτισμένη με αίμα. Πληρώσαμε πολύ ακριβά τις θεωρίες των ανωτέρων φυλών και των εθνικών κρατών. Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη της ειρήνης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και της αλληλοκατανόησης. Και η αναγνώριση των όσων η Γερμανία οφείλει στην Ελλάδα εξυπηρετεί απολύτως αυτήν την Ευρώπη.

Αυτή η Ευρώπη, άλλωστε, θα άρεσε και στον Σίλλερ και στον Γκαίτε και στον Μπρεχτ".